Πέμπτη, 03 Δεκεμβρίου 2009

χάρτινος κόσμος..

Το γράμμα παραμένει κλειστό
και το κερί,
που έλιωσε από την πονεμένη φλόγα της ψυχής μου,
ξεράθηκε.
Πάνω στο κομοδίνο όπου εναποθέτεις
τους παρελθοντικούς σου χρόνους
αγνοείς τις κραυγές που σου τραγουδάνε χαρούμενα.
Με λάθος τρόπο τρέφεις τη λήθη,
γι' αυτό φτύνει το φαΐ σου.
Γέμισε σύννεφα ο ουρανός
από τα άστεγα "καληνύχτα".
Τα όνειρα πνίγηκαν,
σαν χάρτινες βαρκούλες,
μέσα στο μέλι...

Μ.

Είμαι το δάκρυ εκείνο που ποτέ δεν έχυσες,
ποτέ δεν έκλεισες τα μάτια να μ' αφήσεις να ξεχυθώ μέσα σου,
μονάχα με σκούπιζες άγαρμπα
και σ' ενοχλούσα καθώς σκόρπιζες το όμορφο βλέμμα σου
σε σκόνες.
Είμαι εκείνος ο ψίθυρος, τόσο βουβός,
τόσο ανύπαρκτος που δεν ειπώθηκε ποτέ,
που δεν θα ειπωθεί γιατί τον κρατάς σφιχτά στην παλάμη σου.
Με σφίγγεις και μου χαρίζεις την πνοή σου
μα με πνίγει που με χωράει και θέλω να φύγω,
μα δεν το κάνω γιατί μπορεί να μην το θέλω στ' αλήθεια.
Κι όλες οι λέξεις που με σχηματίζουν
πονάνε τις αρθρώσεις μου και τρίζω
ενώ ο καιρός αλλάζει όλο και πιο γρήγορα
και τώρα έξω βρέχει πάλι,
κι ύστερα θα βγάλει ήλιο,
μα στις αρθρώσεις μου πάνω θα βρέχει ακόμα
και θα πονάνε οι λέξεις κάτω απ' την κόκκινη κουβέρτα
που ξέρει να αγκαλιάζει χωρίς αντάλλαγμα.
Θα σου ζητήσω πάλι να μείνεις
θ' ανοίξω την πόρτα και θα σε περιμένω ξανά.
Κι ύστερα,
θα φύγω.

Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

neverland.


Ξάπλωσα πάνω στο παγωμένο ξύλο. Έτριζε, κι εγώ έτριζα, και θυμήθηκα τη Χώρα του Ποτέ.. Άρχισαν να πέφτουν μικρές, άρρυθμες σταγόνες βροχής πάνω στη σκηνή και τις ένιωθα μέσα σε όλο μου το σώμα.. Τις απορροφώ και τις ξερνάω από τα μάτια. Το πρόσωπο ανέκφραστο, τα μάτια κενά, απλά ρέουν και καθαρίζουν ειλικρινά, καθώς όλο μου το κορμί τραντάζεται από την αντίσταση έκφρασης και την προσπάθεια κατανόησης των ίδιων των εσωτερικών μου παρορμήσεων. Μπερδεμένα μοιάζουν τα λόγια μου. Φταίει που αποφάσισα να μιλήσω περισσότερο απόψε με τους τοίχους. Βλέπεις, ο λαιμός μου χάλασε πριν καν μιλήσω. Βράχνιασα πριν να γεννήσω τους ψίθυρούς μου που ουρλιάζουν. Έπαψα να κοιτάω και τον καθρέφτη. Είχε σταματήσει να παίρνει πρωτοβουλίες κι έτσι έμεινε πίσω. Είχε πανσέληνο απόψε.. αλήθεια, κάπου ανάμεσα στα σύννεφα.. Ακούς τα λόγια μου? Εδώ και καιρό σε αισθάνομαι ενσωματωμένο στους τοίχους αυτούς, να με κοιτάς και να με αγνοείς. Ταυτόχρονα.

Γκρεμίζω τους τοίχους για να βλέπω πιο καθαρά την πανσέληνο και να μ' ακούς.

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

ενσωματωμένα.

Πάνω στα πεντάγραμμα της ψυχής μου
ξεδιπλώνεται μια θάλασσα του χειμώνα.
Εκείνες οι ώρες που αναγνωρίζεις το ηλιοβασίλεμα
από το αιμάτωμα στον ουρανό
και τις τυμπανοκρουσίες στο στέρνο σου.
Αν σιωπούσες για λίγο κι έκλεινες τα μάτια
μέσα από τις ανάσες των ανθρώπων ολόγυρα
θα άκουγες, θα ένιωθες, να γεννιέται ο αχός της θάλασσας.
Αν σιωπούσες για λίγο...
Το ξεχασμένο φλάουτο στον διάδρομο
θρηνεί κάποιο σκονισμένο βαλς
κι ένα φθαρμένο φόρεμα.
Μια παράξενη αύρα τόλμησε να σε διαβάσει
μέσα από τα ίδια σου τα χέρια,
που σε πρόδωσαν.
Ακολουθείς πάνω στα κύματα τις αλλαγές,
ενώ οι αγαπημένες σελίδες φθείρονται
καθώς τις διαβάζεις ξανά και ξανά...

και ξανά...

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

heartbeats..


Μια από αυτές τις μέρες, θα σε πάρω να πάμε βόλτα στη θάλασσα, να νιώσεις στις πατούσες σου την άμμο.

Αιμορραγούν τα ξεχασμένα ρόδια
την σαπισμένη καλοτυχία τους.
Γεύσεις ξεχύνονται πάνω στα πεζοδρόμια
όπου οι σκιές μεγαλώνουν κάθε φορά που πλησιάζουν το φως.
Το χαμόγελό σου αντηχεί σαν αγκαλιά
ανάμεσα στα τείχη του κορμιού μου.
Καινούρια παράθυρα δίχως τζάμι,
δίχως έγνοιες ή προφυλάξεις,
αφήνουν τον αέρα να με κλέψει.
Αφήνομαι να ισορροπώ πάνω σε ρεύματα
που δεν ισορροπούν πουθενά.
Χαιρετώ τα εξανθρωπισμένα είδωλα που ονειρεύτηκα
και περνάω μέσα από τον καθρέφτη.
ΑΓΑΠΑΩ.

Μία από αυτές τις μέρες, θα σε πάρω να πάμε στη θάλασσα..

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

Αχίλλειος αποχαιρετισμός..

Πάει καιρός που ξυπνάω την ίδια μέρα.
Ψιθυριστά αγγίγματα οι αχτίδες,
ανάμεσα στις γρίλιες στης ύπαρξής μου,
προσπαθούν να με σπρώξουν σε κάποια επόμενη στιγμή.
Ματώνω βαθιά, καθώς κόβω τη φτέρνα μου.
Είναι ελαττωματική κι ευαίσθητη,
και δεν με αφήνει να σταθώ σωστά στα πόδια μου.
Σκουριάζουν τα γρανάζια στο μυαλό μου,
γίνεται σχοινί η κατάχρηση κι αιωρούμαι,
φλερτάροντας με νεογέννητα βήματα.
Θα σιωπώ, μέχρι να πω αυτό που θέλω στ' αλήθεια.
Αγκαλιάζω τους λυγμούς μέχρι το τέλος,
ενώ όλοι φεύγουν μέσα από το ματάκι της πόρτας μου...

end titles?


Φόρεσα τα καλά μου και σε περίμενα στην αποβάθρα. Για άλλη μια φορά, η μπαταρία στο ρολόι χάλασε μέσα στην προσμονή. Φτιάχνω μουσική με τα βήματα και τις φωνές των άγνωστων περαστικών. Η καρδιά μου τρέχει σ' έναν ατέλειωτο δρόμο, καπου στο Μεξικό ίσως. Μπορεί να λαχάνιαζα, μα δεν θυμάμαι πώς ανασαίνουν. Θυμίζω θλιμμένη λίμνη, γαλαζοπράσινη, σαν στιγματισμένη. Τόσα παραμύθια βουλιάζουν στο βυθό μου, μα η σιωπή σκοτώνει τα πάντα σε αυτό τον τόπο, πριν ακόμα γεννηθούν. Ανεβαίνει η στάθμη μου. Κλαίνε οι λίμνες? Μια μάγισσα κάποτε μου είπε πως είμαι θάλασσα, μα ένιωσα πως το ήξερα από πριν.
Φόρεσα τα καλά μου και σε περίμενα στην αποβάθρα. Μα δεν ήρθες.