
Είμαι το δάκρυ εκείνο που ποτέ δεν έχυσες,
ποτέ δεν έκλεισες τα μάτια να μ' αφήσεις να ξεχυθώ μέσα σου,
μονάχα με σκούπιζες άγαρμπα
και σ' ενοχλούσα καθώς σκόρπιζες το όμορφο βλέμμα σου
σε σκόνες.
Είμαι εκείνος ο ψίθυρος, τόσο βουβός,
τόσο ανύπαρκτος που δεν ειπώθηκε ποτέ,
που δεν θα ειπωθεί γιατί τον κρατάς σφιχτά στην παλάμη σου.
Με σφίγγεις και μου χαρίζεις την πνοή σου
μα με πνίγει που με χωράει και θέλω να φύγω,
μα δεν το κάνω γιατί μπορεί να μην το θέλω στ' αλήθεια.
Κι όλες οι λέξεις που με σχηματίζουν
πονάνε τις αρθρώσεις μου και τρίζω
ενώ ο καιρός αλλάζει όλο και πιο γρήγορα
και τώρα έξω βρέχει πάλι,
κι ύστερα θα βγάλει ήλιο,
μα στις αρθρώσεις μου πάνω θα βρέχει ακόμα
και θα πονάνε οι λέξεις κάτω απ' την κόκκινη κουβέρτα
που ξέρει να αγκαλιάζει χωρίς αντάλλαγμα.
Θα σου ζητήσω πάλι να μείνεις
θ' ανοίξω την πόρτα και θα σε περιμένω ξανά.
Κι ύστερα,
θα φύγω.